Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Για την Μαρία Μήτσορα


Οι αιφνίδιες όψεις 
της 
πραγματικότητας

[photo: Babassakis]

Μαρία Μήτσορα  Άννα, να ένα άλλο, εκδ. Πατάκης, 2007


Η Μαρία  Μήτσορα θα μπορούσε ασφαλώς να καταχωρισθεί μαζί με τον πεθαμένο φίλο της (και φίλο μας) Χρήστο Βακαλόπουλο στους δύο κατεξοχήν συγγραφείς μίας «νέας αθηναϊκής μυθολογίας», κατά τη δεκαετία του ’80. Η παρατήρηση δεν αφορά τόσο στην έντονη λογοτεχνική αποτύπωση του αστικού χώρου και στον κοινό κώδικα μίας ομάδας ανθρώπων (εκείθεν της μέσης κατάστασης ζωής, στην περίπτωση της Μήτσορα), αλλά κυρίως στη δυναμική έκφραση ενός αισθήματος, θα  έλεγα αθηναϊκού. Η αναθεωρημένη επανέκδοση της συλλογής διηγημάτων Άννα, να ένα άλλο (του πρώτου της βιβλίου, το οποίο εκδίδεται το 1978, μεσούσης της μεταπολίτευσης, από τις εκδόσεις «Άκμων»), ανασύρει, μετά από είκοσι εννέα αλλοπρόσαλλα χρόνια, τους ιδιάζοντες τόπους αυτού του αισθήματος, στις αποχρώσεις των οποίων η Μήτσορα συνέχισε να κλυδωνίζεται και στα επόμενα βιβλία της. Διότι εάν θέλαμε να προσδιορίσουμε τον πυρήνα του αισθήματος που, ίσως κάπως καταχρηστικά, ονομάζω αθηναϊκό, μοιραία θα καταλήγαμε στην πολλαπλότητα των αποχρώσεων.
   Ωστόσο, η εκφραστική της Μήτσορα αναδύεται από το βάθος σκοτεινών χρωμάτων, υποβάλλοντας εικόνες και διαθέσεις οι οποίες διαστέλλουν το αφηγηματικό πλαίσιο και την, ούτως ή άλλως, χαλαρή δομή των διηγημάτων και στρέφοντας τον μαγευτικό φακό της σε αιφνίδιες όψεις της πραγματικότητας. (Η πραγματικότητα εδώ θα πρέπει να εννοηθεί  γλωσσικά. Η ψυχοδηλωτική ανάδειξη εσωτερικών τόπων σε συσχετισμό με την εξωστρέφεια του αθηναϊκού τοπίου και την βίαιη σύλληψη της μεταφοράς, συστήνουν τη γλωσσική πραγματικότητα της Μήτσορα.)
   Με γεγονότα και καταστάσεις που ανάγονται ασαφώς στα χρόνια της δικτατορίας, τα διηγήματα του τόμου φέρουν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής σε μία χρονική όμως διασάλευση (τίποτα δεν είναι ακριβώς, το τώρα είναι και άλλοτε ή κάπου αλλού), κατά την οποία τα πάντα συντίθενται σε ένα απολύτως προσωπικό σχήμα. Απόηχοι της δεκαετίας του ’60, σημειώσεις στο περιθώριο μιας συνάντησης, προτάσεις που θα μπορούσαν να είναι στίχοι μπλουζ τραγουδιών ή αποσπάσματα από καθημερινό ημερολόγιο και γράμμα σ’ έναν φίλο, η ποίηση της απώλειας, το μέταλλο της ροκ, η μουσική των αποχρώσεων και των υπόγειων τόνων, η εγγενής μελαγχολία και η διάθλαση των γεγονότων.
   Τουλάχιστον για δύο δεκαετίες, ο μύθος που περιέβαλλε τη Μήτσορα ήταν αυτός της σκοτεινής περσόνας του λογοτεχνικού αντεργκράουντ, σχεδόν μιας σκιάς που γλιστρούσε ανάμεσά μας, ο οποίος οφείλει εν μέρει την κατασκευή του στο Άννα, να ένα άλλο και στη Σκόρπια δύναμη, που θα ακολουθήσει λίγο αργότερα. Όπως συμβαίνει συνήθως, το αποτέλεσμα ήταν η Μήτσορα να διαβάζεται μέχρι πρότινος όχι τόσο με βάση τον λογοτεχνικό άξονα, όσο υπό την επήρεια του σκοτεινού μύθου. Η κριτική (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων), σφύριζε άδιάφορα - όπως έκανε και, μάλλον συνεχίζει να κάνει, και με την περίπτωση του Πάνου Κουτρουμπούση.
   Μία από τις εξαιρέσεις  υπήρξε και η επισήμανση του Νίκου Καρούζου, όταν τρώγοντας ένα ζεστό βράδυ του Ιουνίου του 1989, στο γνησίως αθηναϊκό εστιατόριο της εποχής «Τα κανάρια», της «παραλίας» Αμπελοκήπων (ήτοι, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας), μου είπε, κάποια στιγμή: «Ξέρεις τη Μήτσορα;» «Όχι, ακριβώς», απάντησα, «έχουμε συναντηθεί μια δυο φορές, με παρέα, τίποτα περισσότερο». «Διάβασα ένα διήγημά της. Είναι σπουδαία συγγραφέας, και η πρόζα της δεν έχει όρια, είναι λαμπρά ποιητική! Αν την δεις, σε παρακαλώ να της το πεις, εκ μέρους μου. Σπου-δαί-α!» Δεν την είδα - μάλλον δεν πρέπει να με θυμάται κιόλας. Της το λέω τώρα.

«Η Καθημερινή», 10 Ιουνίου 2007